καταφράζω

καταφράζω
κατᾰφράζω
1 declare openly τὸ δὲ σαφανὲς ἰὼν πόρσω (sc. χρόνος)

κατέφρᾰσεν, ὁπᾷ ἔθυε, καὶ πενταετηρίδ' ὅπως ἄρα ἔστασεν ἑορτὰν O. 10.55


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταφράζω — (Α) 1. διηγούμαι, αφηγούμαι 2. (παθ. και μέσ.) καταφράζομαι σκέπτομαι 3. παρατηρώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φράζω «λέγω, διηγούμαι»] …   Dictionary of Greek

  • καταφράζεσθε — καταφράζω declare pres imperat mp 2nd pl καταφράζω declare pres ind mp 2nd pl καταφράζω declare pres imperat mp 2nd pl καταφράζω declare pres ind mp 2nd pl καταφράζω declare imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) καταφράζω declare imperf ind mp 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφράσασθε — καταφράζω declare aor imperat mid 2nd pl καταφράζω declare aor imperat mid 2nd pl καταφράζω declare aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) καταφράζω declare aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφρασθείς — καταφράζω declare aor part pass masc nom/voc sg καταφράζω declare aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφράσσαιο — καταφράζω declare aor opt mid 2nd sg καταφράζω declare aor opt mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεφράζετο — καταφράζω declare imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεφράσατο — καταφράζω declare aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεφράσθησαν — καταφράζω declare aor ind pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέφρασε — καταφράζω declare aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέφρασεν — καταφράζω declare aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταπεφραγμένα — καταφράσσω fortify perf part mp neut nom/voc/acc pl καταπεφραγμένᾱ , καταφράσσω fortify perf part mp fem nom/voc/acc dual καταπεφραγμένᾱ , καταφράσσω fortify perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) καταφράζω declare perf part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”